Δραπετσώνα.


Μ’ αίμα χτισμένο, κάθε πέτρα και καημός
κάθε καρφί του πίκρα και λυγμός
Μα όταν γυρίζαμε το βράδυ απ’ τη δουλειά
εγώ και εκείνη όνειρα, φιλιά…

Σε στίχους Τάσου Λιβαδίτη, μουσική Μίκη Θεοδωράκη και την συγκλονιστική ερμηνεία του Γρηγόρη Μπιθικώτση, η Πόλη της Δραπετσώνας  έγινε γνωστή στο πανελλήνιο από το ομώνυμο τραγούδι!
Πόλη γέννημα της εσωτερικής μετανάστευσης, δίπλα στο λιμάνι του Πειραιά, δέχτηκε εσωτερικούς πρόσφυγες από την Κρήτη και τη Πελοπόννησο στις αρχές του 20ου αιώνα, και πρόσφυγες του πρώτου παγκοσμίου πολέμου από την ανατολική Θράκη. Το 1915 εγκαταστάθηκε μια ομάδα Αρμένιων προσφύγων και με τη Μικρασιατική καταστροφή η Δραπετσώνα μετασχηματίστηκε σε έναν αυτοσχέδιο οικισμό προσφύγων από τη Μικρά Ασία και τον Πόντο.
Mεγάλο μέρος του προσφυγικού πληθυσμού, βρήκε επαγγελματική διέξοδο στη θάλασσα, το λιμάνι τα εργοστάσια. Ο κόσμος της προσφυγιάς και η αγορά εργασίας συναντήθηκαν στους φούρνους του γυαλάδικου, στις μονάδες παραγωγής τσιμέντου και στις δεξαμενές πετρελαίων. Μια σχέση σύντομης ζωής και αργού θανάτου αναπτύχθηκε. Οι προσφυγογειτονιές της Δραπετσώνας σύνδεσαν την ιστορία τους με την λειτουργία  αυτών των βιομηχανιών. Η ακμή και η παρακμή τους έθεταν τα όρια και στη ζωή των ανθρώπων.
Σήμερα έναν αιώνα μετά οι νέοι κυρίαρχοι του λιμανιού θέτουν τους όρους και τις προϋποθέσεις. Το ξαναμοίρασμα επενδυτικών “ευκαιριών" στο επιχειρηματικό κεφάλαιο, δρομολογεί παραπέρα καταστροφή και ρύπανση του περιβάλλοντος.

Ο λαός αντιστέκεται και κινητοποιείται . 
Είναι το μόνο που μπορεί, που πρέπει να κάνει!